bg  bs  ca  cs  da  de  el  en  es  et  eu  fi  fr  ga  gl  hr  hu  hy  it  ka  lb  lt  lv  mk  nl  nn  pl  pt  ro  ru  sk  sl  sq  sr  sv  tr

Η γιορτή της γλωσσικής πολυμορφίας

Ο ανθρΩΠΙΝΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Ο πλανήτης μας έχει πάνω από 7 δισεκατομμύρια ανθρώπους που μιλούν μεταξύ 6,000 με 7,000 διαφορετικών γλωσσών. Μερικές γλώσσες μιλιούνται από εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους, όπως τα Αγγλικά ή τα Κινεζικά, αλλά οι περισσότερες από μόνο μερικές χιλιάδες, ή απλώς από μια χούφτα ανθρώπων. Στην πραγματικότητα, το 96% των γλωσσών του κόσμου ομιλείται από μόνο το 4% των ανθρώπων. Οι Ευρωπαίοι συχνά νιώθουν ότι η ήπειρός τους διαθέτει ένα εξαιρετικά μεγάλο αριθμό γλωσσών, ειδικά όταν κάνουν τη σύγκριση με τη Βόρεια Αμερική ή την Αυστραλία. Ωστόσο, μόνο το 3% απότο σύνολο των γλωσσών στον κόσμο, περίπου 225, είναι γηγενείς στην Ευρώπη. Οι περισσότερες γλώσσες του κόσμου μιλιούνται σε μια ευρεία περιοχή και στις δυο πλευρές του Ισημερινού - στη Νοτιοανατολική Ασία, την Ινδία, την Αφρική, και τη Νότια Αμερική. 

Πολλοί Ευρωπαίοι μπορεί να σκεφτούν ότι ένας μονόγλωσσος τρόπος ζωής είναι ο κανόνας. Ωστόσο, μεταξύ του μισού και των δυο τρίτων του πληθυσμού του κόσμου είναι δίγλωσσοι σε κάποιο βαθμό, ενώ ένας σημαντικός αριθμός είναι πολύγλωσσοι. Η πολυγλωσσία είναι μια πολύ περισσότερο φυσιολογική κατάσταση για τον άνθρωπο παρά η μονογλωσσία. Η γλωσσική και πολιτιστική πολυμορφία, όπως στην περίπτωση της βιοποικιλότητας, όλο και περισσότερο θεωρείται ένα πολύ καλό και όμορφο γεγονός από μόνο του. Η κάθε γλώσσα βλέπει τον κόσμο με το δικό της τρόπο και είναι το αποτέλεσμα της δικής της ιδιαίτερης ιστορίας. Όλες οι γλώσσες έχουν την δική τους ξεχωριστή ταυτότητα και αξία, και είναι εξ ίσου επαρκείς ως τρόποι έκφρασης για τους ανθρώπους που τις χρησιμοποιούν. Γνωρίζουμε από συγκρίσεις του ρυθμού με τον οποίο τα παιδιά μαθαίνουν να μιλούν, ότι καμία γλώσσα δεν είναι εγγενώς πιο δύσκολη από οποιαδήποτε άλλη. 

Η δομΗ της γλΩσσας

Η γλώσσα είναι ένα αυθαίρετο σύστημα ήχων και συμβόλων που χρησιμοποιείται για πολλούς σκοπούς από μια ομάδα ανθρώπων, κυρίως για να επικοινωνούν μεταξύ τους, να εκφράζουν την πολιτιστική τους ταυτότητα, να δημιουργούν κοινωνικές σχέσεις, και να εξασφαλίζουν μια πηγή ευχαρίστησης (π.χ. στη λογοτεχνία). Οι γλώσσες διαφέρουν η μια από την άλλη στον ήχο, τη γραμματική, το λεξιλόγιο και τον τρόπο ομιλίας. Ωστόσο, όλες οι γλώσσες αποτελούν άκρως πολύπλοκες οντότητες. Οι γλώσσες διαφέρουν στον αριθμό των φωνηέντων και των συμφώνων που διαθέτουν, από λιγότερα των 12 έως και πάνω από 100. Οι Ευρωπαϊκές γλώσσες τείνουν να διαθέτουν καταλόγους μεσαίας εμβέλειας - από περίπου 25 τέτοιους ήχους (π.χ. η Ισπανική), μέχρι 60 (π.χ. η Ιρλανδική). Τα αλφάβητα απεικονίζουν αυτούς τους ήχους σε διαφορετικό βαθμό ακρίβειας: μερικά αλφάβητα (π.χ. η Ουαλική) είναι πολύ μεθοδικά με τον τρόπο που συμβολίζουν τους ήχους, ενώ άλλα (π.χ. η Αγγλική) είναι πολύ ακανόνιστα. Όσον αφορά τη γραμματική, η κάθε γλώσσα περιλαμβάνει αρκετές χιλιάδες σημεία δομής λέξεων και δημιουργίας προτάσεων. 

Η κάθε γλώσσα διαθέτει τεράστιο λεξιλόγιο για να ικανοποιεί τις ανάγκες των χρηστών της - στην περίπτωση των Ευρωπαϊκών γλωσσών, όπου το επιστημονικό και τεχνικό λεξιλόγιο είναι πολύ μεγάλο, φτάνει μέχρι αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες λέξεις και φράσεις. Κάθε άτομο γνωρίζει και χρησιμοποιεί μόνο ένα μικρό αριθμό λέξεων από το συνολικό αριθμό του λεξιλογίου μιας γλώσσας. Οι λέξεις που χρησιμοποιούν οι μορφωμένοι - το ενεργό λεξιλόγιο - μπορεί να φτάσει περίπου τις 50,000 λέξεις. Οι λέξεις που γνωρίζουν, αλλά δεν χρησιμοποιούν - το παθητικό λεξιλόγιο - είναι κάπως περισσότερο. Στην καθημερινή συζήτηση, οι άνθρωποι συχνά χρησιμοποιούν ένα μικρό αριθμό λέξεων, αλλά με μεγάλη συχνότητα. Έχει υπολογιστεί ότι ένα άτομο 21 χρόνων έχει ήδη χρησιμοποιήσει περίπου 50 εκατομμύρια λέξεις. Οι ζωντανές γλώσσες και κουλτούρες αλλάζουν συνεχώς. Οι άνθρωποι επηρεάζουν ο ένας τον άλλο με τον τρόπο που μιλούν και γράφουν. Τα νέα μέσα, όπως το Διαδίκτυο, προσφέρουν νέες ευκαιρίες να αναπτυχθούν οι γλώσσες. Αυτές πάντοτε βρίσκονται σε επαφή η μια με την άλλη, και αλληλοεπηρεάζονται με πολλούς τρόπους, ειδικά μέσω του δανεισμού λέξεων. Η Αγγλική, για παράδειγμα, έχει δανειστεί με το πέρασμα των αιώνων από πάνω από 350 γλώσσες, και όλες οι Ευρωπαϊκές γλώσσες δανείζονται επί του παρόντος πολλές λέξεις από την Αγγλική. 

Η πρΟσκτηση της γλωσσας 

Η υποχρέωση να μάθουμε την μητρική μας γλώσσα επιτελείται βασικά τα πρώτα πέντε χρόνια της ζωής μας, αν και μερικά χαρακτηριστικά της γλώσσας (όπως η απόκτηση του λεξιλογίου) συνεχίζουν επ’ αόριστον. Η γλώσσα αναπτύσσεται μέσα από διάφορα στάδια. Κατά τη διάρκεια του πρώτου χρόνου τα βρέφη βγάζουν ένα μεγάλο αριθμό ήχων, μέσα από τους οποίους αναδύεται η μορφή του ρυθμού και του τονισμού, και μετά τα φωνήεντα και τα σύμφωνα. Γύρω στον πρώτο χρόνο εκστομίζονται οι πρώτες κατανοητές λέξεις. Κατά τη διάρκεια του δεύτερου χρόνου, ακολουθούν συνδυασμοί δυο λέξεων. Τα παιδιά τριών και τεσσάρων χρόνων χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο μεγαλύτερες και σύνθετες προτάσεις. Το λεξιλόγιο αυξάνεται από περίπου 50 ενεργές λέξεις στους 18 μήνες, σε αρκετές χιλιάδες λέξεις στην ηλικία των πέντε. Η μητρική γλώσσα, συνήθως, αναφέρεται ως η πρώτη ή βασική γλώσσα που έμαθε ένα άτομο. Αυτή είναι η γλώσσα που οι άνθρωποι γνωρίζουν καλύτερα, αυτή που χρησιμοποιούν περισσότερο και με την οποία ταυτίζονται πιο πολύ. Σε μερικά δίγλωσσα άτομα, οι δυο γλώσσες μαθαίνονται τόσο κοντά, ώστε είναι αδύνατο να διαλέξουν ανάμεσά τους, σε σχέση με την «πρώτη» ή τη «δεύτερη» γλώσσα. Για τους περισσότερους δίγλωσσους, όμως, η διάκριση είναι πιο ξεκάθαρη, καθώς η εκμάθηση της δεύτερης ή τρίτης γλώσσας γίνεται στο σχολείο ή αργότερα στη ζωή. 

Δεν υπάρχει κανένας απολύτως περιορισμός όσον αφορά την ηλικία πέραν της οποίας να είναι αδύνατο να μάθει κάποιος μιαν άλλη γλώσσα. Η διγλωσσία είναι ένα πολύπλοκο φαινόμενο. Ένας κοινός μύθος είναι ότι ένα δίγλωσσο άτομο έχει αναπτύξει εξ’ ίσου τις δυο γλώσσες. Στην πραγματικότητα, οι δίγλωσσοι σπάνια γνωρίζουν και τις δυο γλώσσες εξ’ ίσου καλά. Ένας άλλος μύθος λέει ότι όλοι οι δίγλωσσοι έχουν τις ίδιες ικανότητες. Στην πραγματικότητα, υπάρχουν πολλά είδη διγλωσσίας. Πολλοί ακούγονται σαν γηγενείς ομιλητές και στις δυο γλώσσες, άλλοι έχουν έντονη ξενική προφορά σε μια. Μερικοί μπορούν να διαβάζουν καλά και στις δυο γλώσσες, άλλοι μπορούν να το κάνουν μόνο στη μια. Άλλα άτομα προτιμούν να γράφουν μόνο στη μια γλώσσα, αλλά μπορούν να μιλούν μόνο στην άλλη. Η πολυγλωσσία παρέχει όλα τα είδη των πλεονεκτημάτων. Το να είσαι δίγλωσσος αυξάνει τις ευκαιρίες να μάθεις επιτυχώς άλλες γλώσσες. Η εκμάθηση μιας τρίτης γλώσσας διευκολύνεται κάπως με την εκμάθηση της δεύτερης γλώσσας. Επίσης, οι δίγλωσσοι μπορεί να πλεονεκτούν στον τρόπο σκέψης: υπάρχει ένδειξη ότι τα πρώτα χρόνια κάνουν μεγαλύτερη πρόοδο από τους μονόγλωσσους σε κάποια έκταση της γνωστικής ανάπτυξης και είναι με πολλούς τρόπους πιο δημιουργικοί στις γλωσσικές δεξιότητες. Οι δίγλωσσοι έχουν το μεγάλο πλεονέκτημα να μπορούν να επικοινωνούν με μεγαλύτερο και ποικίλο αριθμό ατόμων. Διότι οι δίγλωσσοι έχουν την ευκαιρία να γνωρίσουν και να συνδεθούν στενά με δυο ή περισσότερους πολιτισμούς. Η ικανότητά τους αυτή μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη ευαισθησία κατά την επικοινωνία και σε ετοιμότητα να ξεπεράσουν τις πολιτιστικές διαφορές και να κτίσουν πολιτιστικές γέφυρες. Επιπλέον, υπάρχουν σημαντικά πρακτικά θέματα: οι δίγλωσσοι έχουν ένα δυνατό οικονομικό πλεονέκτημα, διότι ένας μεγαλύτερος αριθμός επαγγελμάτων είναι στη διάθεσή τους. Ακόμη, είναι όλο και περισσότερο αποδεκτό ότι οι πολυγλωσσικές εταιρίες είναι πιο ανταγωνιστικές από τις μονογλωσσικές.

ΓΛΩΣΣΙΚΕΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ 

Οι γλώσσες συνδέονται μεταξύ τους σαν τα μέλη μιας οικογένειας. Οι περισσότερες από τις γλώσσες της Ευρώπης μπορούν να ομαδοποιηθούν, λόγω της κοινής προέλευσής τους, ως μια ενιαία, μεγάλη ινδοευρωπαϊκή γλωσσική οικογένεια. Οι οικογένειες στην Ευρώπη με τις περισσότερες γλώσσες-μέλη και με τους περισσότερους ομιλητές είναι οι Γερμανικές, οι Λατινογενείς και οι Σλαβικές. 

Η Γερμανική γλωσσική οικογένεια έχει ως μέλη της ένα βόρειο τμήμα με τη Δανική, τη Νορβηγική, την Σουηδική, την Ισλανδική και τη γλώσσα των Νήσων Φερόων, καθώς, επίσης, και ένα δυτικό τμήμα με τη Γερμανική, την Ολλανδική, τη Φριζική, την Αγγλική και την Γερμανοεβραϊκή γλώσσα.

Η Λατινογενής γλωσσική οικογένεια έχει ως μέλη της τη Ρουμανική, την Ιταλική, την Κορσική, την Ισπανική, την Πορτογαλική, την Καταλανική, την Οξιτανική, τη Γαλλική, τη Ραιτορομανική, τη Λαδινική και την Σαρδηνική γλώσσα.

Στην Σλαβική γλωσσική οικογένεια ανήκουν γλώσσες, όπως η Ρωσική, η Ουκρανική, η Λευκορωσική, η Πολωνική, η Σοβαρική, η Τσεχική, η Σλοβακική, η Σλοβενική, η Σερβική, η Κροατική, η Μακεδονική και η Βουλγαρική.

Εντός της οικογένειας των Κέλτικων γλωσσών βρίσκονται η Ιρλανδική, η Σκωτική Γαελική, η Ουαλική και η Βρετονική, με ανανεωτικές κινήσεις σε εξέλιξη για την Κορνουαλική και την γλώσσα Μανξ. Στην οικογένεια της Βαλτικής ανήκουν η Λετονική και η Λιθουανική. Ξεχωριστές οικογένειες με ένα μόνο μέλος είναι η Ελληνική, η Αλβανική και οι Αρμενική γλώσσα. Η Βασκική είναι μια εξαιρετική περίπτωση, επειδή δεν ανήκει στην ινδοευρωπαϊκή οικογένεια και η προέλευσή της είναι άγνωστη.

Άλλες γλωσσικές οικογένειες έχουν, επίσης, μέλη στην Ευρώπη. Στον Βορρά βρίσκουμε τις ουραλικές γλώσσες: τη Φινλανδική, την Εσθονική, την Ουγγρική, ποικίλες γλώσσες των Σάμι, καθώς, επίσης, και άλλες μικρές γλώσσες στα βόρεια μέρη της Ρωσικής Ομοσπονδίας, όπως η Ινγκριάν ή η Καρελιανή. Στη νοτιοανατολική περιοχή βρίσκουμε εκπροσώπους της Αλταϊκής γλωσσικής οικογένειας, κυρίως την Τουρκική και την Αζερική γλώσσα.

Η γλωσσική οικογένεια του Καυκάσου ομιλείται σε μια σχετικά μικρή και συμπαγή περιοχή μεταξύ της Μαύρης και της Κασπίας Θάλασσας και περιλαμβάνει, επίσης, περίπου 40 μέλη, μεταξύ των οποίων τη Γεωργιανή και εκείνη των Αμπχάζιων. Η Αφροασιατική οικογένεια περιλαμβάνει τα Μαλτέζικα, τα Εβραϊκά και τα Βερβερικά. Όλες αυτές οι γλώσσες χρησιμοποιούν μικρό αριθμό αλφαβητικών συστημάτων γραφής. Οι περισσότερες γλώσσες χρησιμοποιούν το αλφάβητο της Ρωμαϊκής (ή Λατινικής). Οι Ρωσικές και μερικές άλλες Σλαβικές γλώσσες χρησιμοποιούν το Κυριλλικό. Οι Έλληνες, οι Εβραίοι, οι Αρμένιοι και οι Γεωργιανοί έχουν το δικό τους αλφάβητο. Οι μη ευρωπαϊκές γλώσσες, που χρησιμοποιούνται ευρέως στην ευρωπαϊκή επικράτεια, περιλαμβάνοντας την Αραβική, την Κινεζική και την Ινδική, έχουν η καθεμία το δικό της σύστημα γραφής.

ΟΙ ΓΛΩΣΣΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ

Αν και οι εκτιμήσεις ποικίλλουν, υπάρχουν περίπου 225 γηγενείς γλώσσες που χρησιμοποιούνται. Οι πέντε γλώσσες που μιλιούνται από τους περισσότερους στην Ευρώπη είναι, ανάλογα με τον αριθμό των ατόμων που τις ομιλούν ως μητρικές γλώσσες, η Ρωσική, η Γερμανική, η Αγγλική, η Γαλλική και η Ιταλική. Ωστόσο, οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες λειτουργούν τακτικά με αρκετές γλώσσες. Eξαιρέσεις αποτελούν μικρά κράτη, όπως το Λιχτενστάιν και η Αγία Έδρα (Βατικανό), αν και ακόμη και σε αυτά τα μέρη βρίσκουμε σημαντική χρήση δεύτερων γλωσσών. Τα 49 συμβαλλόμενα μέρη της Ευρωπαϊκής Πολιτιστικής Σύμβασης έχουν 41 επίσημες ή εθνικές γλώσσες και πολλά κράτη παραχωρούν ειδικό καθεστώς σε άλλες γλώσσες. Οι περισσότερες χώρες έχουν ορισμένες παραδοσιακά ομιλούμενες μειονοτικές ή περιφερειακές γλώσσες. Η Ρωσική Ομοσπονδία έχει μακράν τον μεγαλύτερο αριθμό γλωσσών που μιλιούνται στην επικράτειά της: ο αριθμός τους κυμαίνεται από 130 έως 200, ανάλογα με τα κριτήρια.

Ορισμένες περιφερειακές και μειονοτικές γλώσσες έχουν αποκτήσει επίσημο καθεστώς, για παράδειγμα, η Βασκική, η Καταλανική και η γλώσσα της Γαλικίας στις περιοχές της Ισπανίας, όπου μιλιούνται. Η Ουαλική γλώσσα έχει προστατευτικά γλωσσικά δικαιώματα στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπως και η Φριζική στις Κάτω Χώρες και οι γλώσσες Σάμι στη Νορβηγία, την Σουηδία και τη Φινλανδία. Λόγω της εισροής μεταναστών και προσφύγων από όλο τον κόσμο, η Ευρώπη έχει γίνει όλο και περισσότερο πολύγλωσση. Το Λονδίνο, για παράδειγμα, έχει πάνω από 300 γλώσσες που χρησιμοποιούνται ως γλώσσα που ομιλείται στο σπίτι. Οι περισσότερες άλλες μεγαλύτερες πόλεις, ιδιαίτερα στη Δυτική Ευρώπη, έχουν εύκολα 100-200 γλώσσες που μιλιούνται ως μητρικές γλώσσες από το σχολικό πληθυσμό τους. Οι πιο συνηθισμένες γλώσσες περιλαμβάνουν την Αραβική, τη Βερβερική, Τουρκική, την Κουρδική, την Ινδική, την Παντζάμπι και την Κινεζική. Η καθημερινή, ανεπίσημη, προφορική αλληλεπίδραση μεταξύ γονέων και παιδιών έχει ζωτική σημασία για την επιβίωση μιας γλώσσας. Οι ειδικοί εκτιμούν ότι κατά τη διάρκεια αυτού του αιώνα τουλάχιστον οι μισές γλώσσες του κόσμου, και ίσως περισσότερες, θα σβήσουν. Μέσα σε δύο γενεές, όλα τα ίχνη μιας γλώσσας μπορούν να εξαφανιστούν, όταν τα παιδιά δεν μεγαλώνουν πλέον με αυτήν. Οι λόγοι για την εγκατάλειψη μιας γλώσσας είναι πολλαπλοί και περιλαμβάνουν τη φυσική καταστροφή (μέσω περιβαλλοντικής κρίσης και ασθένειας) μιας κοινότητας ή του τόπου διαμονής της, τον ενεργό ανταγωνισμό από τις πολιτικές ομάδες και - τη συνηθέστερη αιτία - την οικονομική και πολιτιστική κυριαρχία από τις πιο ισχυρές και διάσημες γλώσσες. Όποιος και αν είναι ο λόγος, όμως, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: η απώλεια μιας μοναδικής πηγής πληροφοριών για την ανθρωπότητα.

Μέσα από τις εργασίες του Συμβουλίου της Ευρώπης τέθηκαν σε ισχύ δύο σημαντικές διεθνείς πράξεις το 1998. Ο Ευρωπαϊκός Χάρτης για τις Περιφερειακές ή Μειονοτικές Γλώσσες που ισχύει σε 25 κράτη μέλη* η Σύμβαση Πλαίσιο για την Προστασία των Εθνικών Μειονοτήτων, η οποία περιλαμβάνει ορισμένες διατάξεις για τις μειονοτικές γλώσσες και ισχύει σε 39 κράτη μέλη* (* Επικυρώσεις έως το 2010). Οι Συνθήκες αυτές είναι σημαντικές για την προστασία και την προώθηση του γλωσσικού πλούτου της Ευρώπης. Στις αρχές του 21ου αιώνα, όλοι οι ευρωπαίοι πολίτες ζουν σε ένα πολύγλωσσο περιβάλλον. Στην καθημερινότητά τους, οι πολίτες συναντούν πολλές διαφορετικές γλώσσες, για παράδειγμα στο λεωφορείο ή το τρένο, μέσω της τηλεόρασης, του ραδιόφωνου ή των εφημερίδων ή των συστατικών ενός προϊόντος στο σούπερ μάρκετ. Υπάρχει ανάγκη να αυξηθεί η λαϊκή γνώση και κατανόηση της ποικιλομορφίας των γλωσσών της Ευρώπης και των παραγόντων που επηρεάζουν τη διατήρηση και την ανάπτυξή τους. Υπάρχει ανάγκη να γεννηθεί μεγαλύτερο ενδιαφέρον και περιέργεια για τις γλώσσες. Υπάρχει ανάγκη να ενισχυθεί η γλωσσική ανοχή εντός και μεταξύ των εθνών. Οι παραπάνω ήταν μερικοί από τους στόχους του Ευρωπαϊκού Έτους Γλωσσών (2001), το οποίο διοργανώθηκε από το Συμβούλιο της Ευρώπης και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Την παραμονή της τελικής εκδήλωσης του Έτους των Γλωσσών, η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης αποφάσισε να κηρύξει ότι η Ευρωπαϊκή Ημέρα Γλωσσών θα γιορτάζεται στις 26 Σεπτεμβρίου κάθε χρόνο, με παρόμοιους στόχους.